Archive for 18/11/2016

nostos and algos cover

ΑΕΤΟΣ

 

Μετά τη συνεστίαση κι αφού

για αίμα η δίψα όλων κορέστηκε

 

οι σπουργίτες ξυπνήσαν για να πάρουν

μερτικό απ’ το κόκκινο κι ο ήλιος εσηκώθηκε

 

να χαϊδέψει τον ορίζοντα, μα κείνος λουσμένος

στου μεθυσιού τη ζάλη, με μια βαθειά πληγή

 

στο στέρνο του που απαιτούσε προσοχή

 

είπε—

 

ξαπλώστε με εδώ, σιμά στη φωτιά

τα αιχμηρά του νύχια θέλω να γευτώ

 

και ξάφνου ένας αετός πέταξε στον αγέρα

κράζοντας τη νίκη του ενάντια στο ερπετό

 

 

EAGLE

 

After the all-night feast wound down

and all stomachs were satisfied

 

sparrows woke to claim their share

sun rose to caress its horizon

 

while he sat amid drunkenness with the

gouge of a deep wound calling attention

 

and said —

 

lay me here by the fire

and take off my clothes

 

I want to feel his sharp talons

 

and suddenly an eagle flew above

crying his victory over the serpent

Advertisements

ΑΓΡΑΦΗ ΓΡΑΦΗ

Άκουσα να μιλάν με τόνους τραγωδίας σε σαλόνια του1880
Ν΄ αναστενάζουν σ΄ ένα υπνοδωμάτιο ξενοδοχείου αριθμ. 12
Είδα να τρέχει μια γυμνή στο τρίτο πάτωμα του μυαλού μου
Να μουγκρίζουνε δυο τέρατα ανθρωπόμορφα
Να την προκαλούνε – καθώς περνούσε – αδιάντροπα
Χτυπώντας ρυθμικά το πάτωμα με τις ουρές τους
Όταν έπεφτε ψιλή ψιλή βροχή
Στάχτη από ηφαίστειο στόμα γυναικείο
Κράτησα το χέρι ενός τρελόπαιδου που ξεψυχούσε
Στεφάνωσα το αγαπημένο μέτωπο
Με λίγα ξερά και άδεια λόγια παρηγοριάς
(Δε θυμάμαι αν ήταν κορίτσι ή αγόρι
Ο αδικοσκοτωμένος σ’ ένα κομμάτι γης 2×1 ½ μ.)
Τρεις αιώνες πέρασαν πριν γίνουν όλα αυτά
Πριν ν’ αντιγράψω σ’ ένα τετράδιο καθαρό
Τους θρήνους μιας απαρνημένης
Το κλάμα ενός νεογέννητου παιδιού
Ταφές ανθρώπων ζωντανών – νεκρών που ξαναζωντανεύουν
Σχήματα μεταξωτά που αναδιπλώνονται
Ένα πλάσμα που φοβόταν ν’ αγαπήσει
Κομμάτι μάρμαρο από σάρκα
Και τη γραφή την άγραφη
Που είδα γραμμένη στ’ όνειρό μου
Με γράμματα φωτιάς που καίγαν το χαρτί

 

UNWRITTEN WRITING

 

I heard them talking tragically in the living rooms of 1880

to sigh in the hotel bedroom number 12

I saw a naked woman running in the third floor of my mind

two human like monsters that growled

to provoke her — as she walked by them — hitting

their tails on the floor rhythmically

when the light rail fell

ash from a volcano, mouth of a woman

I held the hand of a crazy boy before he died

I crowned the beloved forehead

with a few dry and empty consoling words

(I don’t remember whether it was a boy or a girl

the unjustly killed in a plot of two by one and half meters)

Three centuries have gone before all these happened

before I transcribed in a clean notebook

the lament of the renounced one

the cry of the newborn child

burials of alive men — dead people who reincarnate

silky shapes that fall back

a person who was afraid to fall in love

a piece of marble made of flesh

and the unwritten writing

that I saw written in my dream

with fiery letters that burned the paper.

 

NEOHELLENIC POETRY — AN ANTHOLOGY, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, spring-summer 2017

To Koskino

hqdefault

Ήπιε τέσσερα διπλά και ξεροσφύρι

Στο δεύτερο μια γλυκιά μελαγχολία
Κατέλαβε τις πατούσες του
Στο τρίτο η μελαγχολία πολιόρκησε
Τα γόνατά του
Στο τέταρτο η καρδιά του εκπορθήθηκε

Σηκώθηκε και βγήκε απ’ το μπαρ
Έξω χιόνιζε ερημιά
Αν κλάψω σκέφτηκε τα δάκρυά μου
Θα λιώσουν όλο αυτό το χιόνι
Οι λάσπες όμως θά ’ναι ανυπόφορες
Κρατήθηκε

Στο δωμάτιό του οι τοίχοι κάτασπροι γυμνοί
Δεν τόλμησε να βγάλει το παλτό του
Έτσι όπως ήτανε ντυμένος
Πήρ’ ένα κόκκινο μολύβι κι άρχισε
Να ζωγραφίζει πάνω τους
Έναν ήλιο ένα πεύκο
Μια θάλασσα και μια γυναίκα
Που δεν έμοιαζε και πολύ με γυναίκα
Αλλά ήταν
Καλύτερη από τίποτα


*Από το βιβλίο «Η φωνή της σιωπής. Ποιήματα 1966-2000». Νεφέλη, Αθήνα 2006, σελ. 253.

Description of a feeling

He drank four doubles and “dry hammer”*
By the second a sweet melancholy
Seized his paws
By the third melancholy besieged
His knees
By the fourth his…

View original post 272 more words

ΔΙΚΤΑΙΟ ΑΝΤΡΟ

Posted: 18/11/2016 by vequinox in Literature

ΕΛΛΑΣ

«Κύδιστ’ αθανάτων, πολυώνυμε και παγκρατές αεί,
Zεύς φύσεως αρχηγέ, νόμου μετά πάντων κυβερνών
Xαίρε».

Σύμφωνα με τον μύθο, η Ρέα έφθασε στην Κρήτη νύχτα, χωρίς το φως κι ο ήλιος να δούν το βρέφος που είχε στα σπλάχνα της, το πήρε η Γαία και το έκρυψε στα βάθη της γης στο ασάλευτο ανοιχτό στόμα της Δίκτης, το Δικταίο Άντρο. Η αίσθηση της θείας ύπαρξης στα σπλάχνα του βουνού, συνεγείρει και συνενώνει τις δυνάμεις της φύσης σε μια αδιάκοπη προσφορά στον θείο επισκέπτη! Άγρυπνος σκύλος στέκεται φρουρός στην είσοδο του σπηλαίου. Η Αμάλθεια με την αποκρουστική όψη του προσφέρει το γάλα της. Οι μέλισσες ακούραστα κουβαλούν μέλι. Τα περιστέρια φέρνουν αμβροσία. Κι τεράστιος αετός ρουφά με τον ράμφος του το νέκταρ από βράχο του ωκεανού και ποτίζει το βρέφος. Οι Κουρήτες με τον πυρρίχιο χορό τους, τα μουσικά όργανα και τις κλαγές των όπλων, καλύπτουν το θεϊκό κλάμμα. Για την ψυχαγωγία…

View original post 289 more words

ΕΛΛΑΣ

Το Κωρύκειον Άντρο στον Παρνασσό, είναι μία πανάρχαια επιβλητική και δυσπρόσιτη σπηλιά σε υψόμετρο 1.360 μ., όπου οι αρχαίοι λάτρευαν τις Κωρύκειες Νύμφες, κόρες του ποταμού Κλειστού και της Κωρυκείας.

Στην είσοδο της σπηλιάς υπάρχει ένας πεσμένος βράχος όπου σ’ ένα τμήμα του, διασώζεται σε καλή κατάσταση κομμάτι αρχαίας επιγραφής του 4ου π.Χ. αιώνα. Χοντροί σταλαχτίτες κρέμονται από την οροφή της, που μοιάζουν με κώρυκες (ασκιά).

Στο βάθος του σπηλαίου, οι σταλαχτίτες κι οι σταλαγμίτες δημιουργούν ένα δάσος με έργα “αφηρημένης τέχνης”! Η σπηλιά είναι μυστήρια και απόκοσμη και με καταπληκτική θέα. Οι αρχαίοι πίστευαν πως μέσα από τη σπηλιά υπήρχε δρόμος, που μπορούσε κανείς να επικοινωνήσει με τον Άδη.

Το Κωρύκειο Άντρο είναι το πιο αξιοθέατο από όλα τα σπήλαια που είδα, σημειώνει ο Παυσανίας, που το επισκέφθηκε τον 1 ο αιώνα μ.Χ. Ο ίδιος μας λέει ότι υπήρχε τότε τρεχούμενη πηγή μέσα στη σπηλιά.

Στις ανασκαφές που έγιναν…

View original post 37 more words