Archive for 12/11/2016

Alex Antonopoulos, All that’s white

Posted: 12/11/2016 by vequinox in Literature

To Koskino

6c8fdde4d45649398b5aa2f46a0e77c2

Can a wounded man touch a flower’s head?
Yes, I think he can.
It runs, of course, between the fingers and the petals;
its smell blocks the flower’s scents;
its color converts all that’s white on that flower –
Let me start again.
Look, a wounded man can -he is allowed- to touch a flower’s head.
Our fellow priests consider this to be God’s pity. They are not wrong.
Our fellow poets agree with the priests: Yet of another truth they talk.
Feel the liquid as it bathes the silk. Breathe the warm odor.
Don’t you get it yet?
The poets have been whispering it all along.
Flowers are more beautiful
when soaked in blood’s bloody red.

*For more poems by Alex Antonopoulos, please visit: http://www.alexantonopoulos.com

View original post

Advertisements

Lifexperiment Blog


This is one of those adventure books that I did not want to stop reading. It sucked me into the story from the very beginning. Which, I love ;)

Eddie, an Israeli career scientist who is on the never ending quest to cure cancer with the Ebola virus, finds himself and his partner in a precarious situation when they are kidnapped en-route to their destination. Through the drugging and reminiscing, a large portion of this book is a flash back which explains how the pair found themselves in their current predicament. It explains how Eddie was so desperate that he gave himself Ebola and is still recuperating from his recovery.

Eddie and Reuben find themselves held hostage in an almost luxury hotel-like situation, by a nasty couple out to discover the secret to keeping Ebola alive and airborne. Eddie, having had military training in hostage situations, maintains his calm demeanor throughout…

View original post 209 more words

Exploring Poetry (The Blog)

Πολλές φορές συμβαίνει να συναντάς ένα λογοτεχνικό κείμενο – στην προκειμένη περίπτωση ένα ποίημα- το οποίο σε συνεπαίρνει, παραληρείς και μένεις με τα μάτια καρφωμένα στις λέξεις που σχηματίζουν το σώμα της λατρείας. Το “Μια εποχή στην κόλαση” του Ρεμπώ είναι ένα ποίημα το οποίο με κράτησε άγρυπνο τέσσερις ημέρες προσπαθώντας να το μεταγράψω στη γλώσσα μας στις αρχές του 2003. Δεν είναι λίγες οι μεταφράσεις από πολύ σπουδαίους έλληνες λογοτέχνες και μεταφραστές και γι’ αυτό άλλωστε δεν διεκδικώ κάποια πρωτοτυπία ή το χρυσό κλειδί μιας νέας μεταφραστικής απόδοσης. Σίγουρα θα υπάρχουν σημεία που η μετάφραση/απόδοση πάσχει αλλά τούτο δεν εμποδίζει το δώρο της κοινωνίας μέσω του blog μου. Για όλους εσάς λοιπόν που με επισκέπτεστε σταθερά, επαναληπτικά και αφιερώνετε χρόνο για να διαβάστε τα κείμενα που παραθέτω, για όλους εσάς που άδολα ξοδεύετε τις αισθήσεις σας, σας αφιερώνω πριν από τις καλοκαιρινές μου διακοπές όλη τη μετάφραση του…

View original post 7,330 more words

Ιορδάνης Π

Από την «Έρημη Χώρα» του Τ.Σ. Έλιοτ σε μετάφραση Γιάννη Αντιόχου

 … Η μαντάμ Ζοζόστρις, φημισμένη διάμεσος,
είχε ένα γερό κρυολόγημα, παρόλα αυτά
είναι γνωστό πως είναι η σοφότερη γυναίκα της Ευρώπης,
μ’ ένα περίεργο πάκο τραπουλόχαρτων. Εδώ, είπε,
είναι η κάρτα σου, ο πνιγμένος Ναύτης της Φοινίκης
(Εκείνα είναι μαργαριτάρια που ήταν τα μάτια του. Κοίτα!)
Εδώ είναι η Μπελαντόνα, η Δέσποινα των Βράχων,
η κυρά των καταστάσεων.
Εδώ είναι ο άντρας με τα τρία σκήπτρα, και εδώ ο Τροχός,
και εδώ είναι ο μονόφθαλμος έμπορος, κι αυτή η κάρτα,
που είναι κενή, είναι ό,τι κουβαλά στην πλάτη του,
το οποίο δεν μου επιτρέπεται να το δω. Δεν βρίσκω
τον Κρεμασμένο. Να φοβάσαι το θάνατο από νερό.
Βλέπω μιλιούνια ανθρώπων, να βαδίζουν ολόγυρα σ’ έναν δακτύλιο.
Ευχαριστώ. Αν δεις την αγαπητή κυρία Εκουίτον,
πες της πως θα φέρω αυτοπροσώπως το ωροσκόπιο:
Πρέπει να προσέχει κανένας τέτοιες μέρες.

View original post 186 more words

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Στο μάθημα των αποχωρισμών

Τις νύχτες τα παράθυρα χάσκουν απορημένα
κορνίζες για τοπίο γυμνό
με ίσκιους που δε θυμούνται πια
σε ποιους σταθμούς αφήσαν τις ρυτίδες τους.
Αν είχαν τουλάχιστον μια φωτογραφία που να ’δειχνε έστω και θολά
κάποιον απ’ όσους αγάπησαν
ίσως και ν’ αναγνώριζαν στα μάτια του κάτι απ’ το πρόσωπό τους.

Η θλίψη κάθε βλέμμα αλλιώτικα το επιχρυσώνει.
Τα αγάλματα, μόνον αυτά, ίσως κι οι φανοστάτες
–θαμώνες μόνιμοι σε πάρκα και πλατείες–
μπορούν να το διακρίνουν.

Τις νύχτες τα παράθυρα αχνίζουν εφιάλτες
φυσούν εκμυστηρεύσεις και απειλές στους διαδρόμους του Θεού
–ποιος επινόησε το γήρας της ημέρας;–
γίνονται μαυροπίνακες και στο μάθημα των αποχωρισμών
την ορθογραφία διδάσκουν στη λέξη «εξοικείωση».

Από τη συλλογή Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

View original post