Archive for 16/10/2016

Το Κουκλόσπιτο, Jessie Burton

Posted: 16/10/2016 by vequinox in Literature

Πότε-πότε την Κυριακή

IMG_20160221_110923 Το Κουκλόσπιτο, μου τράβηξε την προσοχή από το εξώφυλλο του πριν ακόμα μάθω για όλο τον θόρυβο, που έχει ξεσηκωθεί γύρω απ’ το συγκεκριμένο μυθιστόρημα. Η περίληψή του ήταν αρκετά δελεαστική και συνοδευόταν από πολύ θετικά σχόλια. Ε, δεν θέλει και πολύ να πάρω την απόφαση να το ξεκινήσω.

Η ιστορία ξεκινάει στο ‘Αμστερνταμ το φθινόπωρο του 1686,όταν η 18χρονη Νέλλα Όρτμαν πηγαίνει στο σπίτι του συζύγου της, Γιοχάννες Μπραντ, με τον οποίο παντρεύτηκαν πρόσφατα σε μία λιτή τελετή. Όμως αντί γι’ αυτόν, την υποδέχεται η αυστηρή, και σχεδόν αναιδής, αδερφή του  Μάριν. Χωρίς να έχει συνέλθει ακόμα από το πρώτο σοκ της γνωριμίας με το ιδιόρρυθμο μέλος της οικογένειας και το υπόλοιπο υπηρετικό προσωπικό, την Κορνήλια και τον Όττο, η Νέλλα δοκιμάζει ακόμα μία μεγάλη έκπληξη όταν ο Γιοχάννες, της προσφέρει ως δώρο γάμου ένα κουκλόσπιτο το οποίο είναι πιστό αντίγραφο του σπιτιού τους. Την παροτρύνει μάλιστα…

View original post 356 more words

The Colours of Being.

Posted: 16/10/2016 by vequinox in Literature

The Bell, The Stairs And The Man Walking

Posted: 16/10/2016 by vequinox in Literature

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Μίκης Θεοδωράκης & Δήμητρα Μαντά, Ο κύκλος του νερού
(τραγούδι: Αγγελική Ιονάτου / δίσκος: Μια θάλασσα γεμάτη μουσική (1994))

Σε αναμονή

[Ενότητα οι κόμποι και το χτένι. (1976-1979)]

Πώς να συνηθίσω στη μοναξιά
εγώ που αγαπήθηκα τόσο πολύ;
Έπαιζε το ραδιόφωνο ένα όμορφο μελαγχολικό τραγούδι
κι είχε πιάσει μια φθινοπωριάτικη βροχή–
1η του Οκτώβρη.
Και τότε έκλαψα. Η μοναξιά έρχεται.
Κι ο πόνος θα ‘ναι δικός μου
τι κι αν στέκονται άλλοι τριγύρω;
Όμως πορεύομαι. Τεντωμένο δοξάρι
ρουφώ τη ζωή – στον αγώνα και στην αγάπη.
Τεντωμένο δοξάρι – κι η μοναξιά ας φρενιάζει.
Όχι όπως εσείς
που δεν έχετε ούτε τη γεύση
από στυφό κυδώνι.
Σεις που σταυρώσατε τη νιότη
στα τεντωμένα μαλλιά
σε ρούχα μακρυμάνικα
–και τα βράδυ τα μάτια να γυαλίζουν
από επιθυμίες ανείπωτες,
κι οι ψυχές γεμάτες πάθη–
σεις που εξορίσατε τη ζωή.
Θυμάμαι το καλοκαίρι στους δρόμους του χωριού
τα πόδια μου άσπρα…

View original post 46 more words

cavafy-copy

ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΙ ΒΑΣΙΛΕΙΣ

 

Μαζεύτηκαν οι Αλεξανδρινοί

νά δούν της Κλεοπάτρας τά παιδιά

τόν Καισαρίωνα καί τά μικρά του αδέρφια

Αλέξανδρο τόν Πτολεμαίο, πού πρώτη

φορά τά βγάζαν έξω στό Γυμνάσιο

εκεί νά τά κηρύξουν βασιλείς

μές στή λαμπρή πατάταξι τών στρατιωτών

 

Ο Αλέξανδρος—τόν είπαν βασιλέα

τής Αρμενίας, τής Μηδίας, καί τών Πάρθων.

Ο Πτολεμαίος—τόν είπαν βασιλέα

τής Κιλικίας, τής Συρίας, καί τής Φοινίκης.

Ο Καισαρίων στέκονταν πιό εμπροστά

ντυμένος σέ μετάξι τριανταφυλλί

στό στήθος του ανθοδέσμη από υακίνθους

η ζώνη του διπλή σειρά σαπφείρων κι αμεθύστων

δεμένα τά ποδήματα του μ’ άσπρες

κορδέλλες κεντημένες με ροδόχροα μαργαριτάρια.

Αυτόν τόν είπαν πιότερο από τούς μικρούς

αυτόν τόν είπαν Βασιλέα τών Βασιλέων.

 

Οι Αλεξανδρινοί ένοιωθαν βέβαια

πού ήσαν λόγια αυτά καί θεατρικά.

 

Αλλά η μέρα ήτανε ζεστή καί ποιητική

ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό,

τό Αλεξανδρινό Γυμνάσιον ένα

θριαμβικό κατόρθωμα τής τέχνης

τών αυλικών η πολυτέλεια έκτακτη

ο Καισαρίων όλο χάρις κ’ εμορφιά

(τής Κλεοπάτρας υιός, αίμα τών Λαγιδών)

κ’ οι Αλεξανδρινοί έτρεχαν πιά στήν εορτή

κ’ ενθουσιάζονταν, κ’ επευφημούσαν

ελληνικά, κ’ αιγυπτιακά, καί ποιοί εβραίϊκα

γοητευμένοι μέ τ’ ωραίο θέαμα—

μ’ όλο πού βέβαια ήξευραν τί άξιζαν αυτά

τί κούφια λόγια ήσανε αυτές η βασιλείες.

 

 

ALEXANDRIAN KINGS

 

The Alexandrians gathered

to see Cleopatra’s children,

Caesarion and his little brothers

Alexander and Ptolemy, who they

took for the first time to the Gymnasium

to proclaim them kings,

in front of the brilliant array of the soldiers.

 

They proclaimed Alexander king

of Armenia, Media, and of Parthia.

Ptolemy—they proclaimed king

of Cilicia, Syria, and Phoenicia.

Caesarion was standing more to the front,

dressed in a rose colored silk,

on his breast a bouquet of hyacinths,

his belt with a double row of sapphires and amethysts,

his shoes tied with white ribbons

embroidered with dawn pink pearls.

Him they proclaimed higher than the younger ones,

they called him King of Kings.

 

The Alexandrians knew perfectly well

that these were just theatrical words.

 

But the day was warm and poetic,

the sky was a vast light blue,

the Alexandrian Gymnasium a

triumphant artistic achievement,

the splendor of the courtiers superb,

Caesarion all grace and beauty

(son of Cleopatra, blood of the Lagidae);

and so the Alexandrians ran to the feast,

and they got enthusiastic and they cheered,

in Greek, and in Egyptian, and some in Hebrew,

captivated by the nice show—

knowing very well what all this meant,

what empty words these kingships were.

 

 

 

CONSTANTINE CAVAFY — SELECTED POEMS, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, Vancouver, BC, 2011

 

www.manolisaligizakis.com