Archive for 10/10/2016

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Σταύρος Ξαρχάκος & Αλέκος Γαλανός, Κόκκινα φανάρια
(με την Πόλυ Πάνου στο τραγούδι και τον Γιώργο Ζαμπέτα στο μπουζούκι)

Κακόφημη συνοικία

[Από την ενότητα Νεκρή πιάτσα]

Κάθε λίγο και λιγάκι βγαίνει στο μπαλκόνι της και τινάζει, όλο τινάζει, πότε ένα σελτεδάκι, πότε μια μικρή κουρελού, πότε ένα τραπεζομάντιλο. Της είπαν ότι κάτω από το σπίτι τους συχνάζουν πρόστυχες και ανώμαλοι, κι από τότε την τρώει η περιέργεια. Και δώσ’ του και τινάζει, ρίχνοντας κι από καμιά ματιά. Μα, τι παράξενο, ποτέ της δεν κατάφερε ν’ αντιληφθεί τίποτε. Πολλά φορτηγά σταματούν για λίγο, οι φορτηγατζήδες ελέγχουν τα λάστιχα, παίρνουν νερό από τη βρύση και τα λένε λιγάκι μεταξύ τους. Συχνά περνούν ζευγαράκια, μεθυσμένοι, νεαροί με τα μοτοποδήλατα. Μερικοί τύποι κοντοστέκονται και μετά χάνονται στο βάθος της αλάνας, σε κάποιο ημιυπαίθριο μηχανουργείο∙ εκεί, λένε, είναι τα Σόδομα και τα Γόμορρα – μα δε φαίνεται τίποτε, ούτε καβγάδες ακούγονται, ούτε προστυχόλογα…

View original post 156 more words

Advertisements

Magnolias next to a shady tree.

Posted: 10/10/2016 by vequinox in Literature

A la maniere de la mort

Posted: 10/10/2016 by vequinox in Literature

ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

mynix

στο Βάσο

(σαράντα ημερονυχτίων κοίμησις Θάνου Α.)

Ο ετοιμοθάνατος χτύπησε το κουδούνι.
Ήρθαν οι χλωμές νοσοκόμες
-με όλη την κάθυγρη σεμνότητά τους-
να πιάσουν τον τελευταίο σφυγμό.
Μπήκαν οι φίλες και οι γυναίκες
οι ερωμένες και τα κορίτσια
και ο ιεροκήρυκας έγινε μες στις αγκαλιές τους
ένας άνθρωπος διεφθαρμένος απ’ τη φύση
αφού, δεν είχε καταφέρει να εξηγήσει τι εστί
διεφθαρμένη φύση του θανάτου.

Ω! Συγχώρεσέ μας Μαρκήσιε Ντε Σαντ.

View original post

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Στάμος Σέμσης & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Η νύχτα έχει όνομα
(τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας / δίσκος: Γενναίοι έρωτες (1997))

Η κιβωτός

«Θέλω» της είπε «να φτιάξω μία κιβωτό.
Θα κλείσω μέσα σε ζευγάρια όλα τα είδη της αγάπης μου.
Τα παχύδερμα απογεύματα χωρίς εσένα
που περπατούν αργόσυρτα
τινάζοντας τις προβοσκίδες στον αέρα
τις αγριόχηνες των φιλιών
που ποτέ δεν άγγιξαν τα χείλη μου
τις λαίμαργες ύαινες του πόθου μου
τους σκορπιούς της απουσίας σου».
Αυτή χαμογελούσε τρυφερά, όπως νανουρίζουμε τον πόνο.
«Αχ εσείς οι ποιητές», αναστέναξε βαθιά,
με τα μαυσωλεία ποιήματα κοροϊδεύετε τον χρόνο».
Έβγαλε το μαύρο της φουστάνι,
κι όλο το τώρα κύλησε μεταξωτό στο πάτωμα.
Και ύστερα τον οδήγησε στην πιο αρχαία κιβωτό,
στο ολόγυμνό της σώμα.

Ανέκδοτο ποίημα της Χλόης Κουτσουμπέλη (δημοσιεύτηκε στη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook στις 2 Ιουλίου του 2010)

Translatum: Poetry of Thessaloniki / Χλόη Κουτσουμπέλη

View original post