Archive for 18/03/2016

Ritsos_front large
ΜΕΤΑΠΛΑΣΕΙΣ

Την καλόπιασα—λέει—τη μαύρη αρκούδα, τη μέρεψα.
Της έρριξα πρώτα το ψωμί μου, μετά το κεφάλι μου.
Τώρα η αρκούδα είμαι εγώ κι ο καθρέφτης.
Κάθομαι στην καρέκλα, περιποιούμαι τα νύχια μου,
τα βάφω κόκκινα ή κίτρινα, τα βλέπω, μ’ αρέσουν.
Δεν μπορώ τίποτα ν’ αγγίξω. Φοβάμαι το θάνατο.
Την αλυσίδα του λαιμού μου την έκανα κορώνα,
τη φόρεσα στο μέτωπό μου. Τώρα, τί να κάνω;
Πρέπει να στέκω με ψηλά το κεφάλι, να κοιτάζω
διαρκώς προς τα πάνω. Τα μεσάνυχτα, ωστόσο,
στις νέες μου αυπνίες, όπως κι άν περπατήσω,
ακούω τα βήματά μου ν’ αντηχούνε κάτω στην καταπακτή,
εκεί που κρέμονται στους τοίχους οι άλλες αλυσίδες.

 

TRANSFORMATIONS

I coaxed her – he says— the black bear, I tamed her.
First I threw my bread at her, then my head.
Now I am the bear and the mirror.
I sit on the chair, I take care of my nails,
I paint them red or yellow, I see them, I like them.
I cannot touch anything. I’m afraid of death.
I turn the chain of my neck into a crown and
I place it on my forehead. Now, what can I do?
I must keep my head high and always
gaze upward. However, at midnight,
in my new sleeplessness, in whichever way I walk,
I hear my footsteps echoing down through the trapdoor,
there, where the other chains hang from the walls.

 

~Γιάννη Ρίτσου-Ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/Translated by Manolis Aligizakis

http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

cover

 

ΚΑΠΟΤΕ το σπίτι ξεχειλίζει απ’ την απαντοχή, και δεν έ-
χουμε πού να σταθούμε, βγαίνουμε τότε στον κόσμο, όπως την
πρώτη φορά, κλαίγοντας, ενώ ο ορίζοντας πέρα, με την άκρα
εγκατάλειψη, μας κλείνει μες στο μυστικό, ώσπου το βράδυ
μια άρπα ακούγεται σ’ ένα σπίτι ακατοίκητο. Είναι η ώρα
του μεγάλου ονειροπόλου, που εδώ και αιώνες, χωρίς ποτέ να
χάνεται, πηγαίνει πάντα προς το χαμό.

 

SOMETIMES the house would overflow of expectation
and we have no place to stand; then we go out to the world
like the first time crying while at the far end the horizon with
its intense abandonment hides us inside the secret, until
at night a harp is heard from the uninhabited house. It’s
the time of the great dreamer who for centuries has never
disappeared yet always walks toward oblivion.
~Tasos Livaditis-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad.ca
~Τάσος Λειβαδίτης-Εκλεγμένα Ποιήματα, μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη.

~www.libroslibertad.ca

Spring Mood

Posted: 18/03/2016 by vequinox in Literature

Enrico Caruso

Posted: 18/03/2016 by vequinox in Literature