ritsos front cover


Κοιτάζει πάλι, παρατηρεί, διακρίνει
μέσα σε μιαν απόσταση χωρίς καθόλου νόημα,
μες στη διάρκεια που πια δεν ταπεινώνει,
τους σβώλους ναφθαλίνης στη χαρτοσακκούλα,
τα ξερά κληματόφυλλα στον τρύπιο κουβά,
το ποδήλατο στ’ αντικρυνό πεζοδρόμιο.
ακούει το χτύπημα πίσω απ’ τον τοίχο,
το ίδιο εκείνο, συνθηματικό, καταμόναχο,
το βαθύτερο χτύπημα. Αισθάνεται αθώος
πούχει ξεχάσει τους νεκρούς.
Τις νύχτες, τώρα
δε χρησιμοποιεί ωτασπίδες—τις έχει αφημένες
μες στο συρτάρι του μαζί με τα παράσημά του
και με την πιο αποτυχημένη τελευταία του προσωπίδα.
Μονάχα που δεν ξέρει άν είναι η τελευταία.

He looks again, observes, discerns
in a distance that has no meaning at all,
in the continuance that doesn’t humiliate anymore,
the moth balls in the paper bag,
the dry grape leaves in the leaky pail,
the bicycle on the opposite sidewalk.
he hears the knock behind the wall,
that same one, coded, totally alone,
the deepest knock. He feels innocent
that he has forgotten the dead.
At night, now, he doesn’t
use earplugs anymore – he’s left them
in the drawer along with his medals
and with his last most unsuccessful mask.
Only he doesn’t know whether it’s the last one.

~Γιάννη Ρίτσου-ποιήματα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~Yannis Ritsos-Poems/translated by Manolis Aligizakis

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s