Archive for 18/12/2015

Weird and Wonderful


It’s weird and wonderful how Oscar Wilde claims in his writings that you fancy someone not because of their car but because of the song they sing. Only you can hear this song by the way.

About 3 month’s ago I wrote about intimacy and I can honestly tell you…. I have no intentions of explaining how it works without Oscar Wilde ‘s quote. Someone really has to sing a song only you can hear. It has a special tone and it is like a low hum.

I like the ones who behave like they are suspicious if you behave in an over zealous manner towards their humming. Imagine a bear would raw, or, mumble, or, mutter, or, give a slow huff expression. I think most women prefer a peacock ruffling it’s feathers.

I think peacocks are attractive to look at, so elegant, graceful, pretty feathers, puffy chests, has a…

View original post 251 more words


akropoli10_674_355Κάτι πολύ ενδιαφέρον συμβαίνει στη νότια κλιτύ της Ακρόπολης. Το ιερό του Ασκληπιού, ένα μνημείο που μέχρι πριν μερικά χρόνια θεωρούνταν άγνωστο, καθώς σώζονταν μόνο τα θεμέλιά του, αποκτά μορφή. Όλα ξεκίνησαν όταν το 1993 η έρευνα της αρχιτέκτονα Ροζαλίας Χριστοδουλοπούλου την οδήγησε στην περιοχή του Ασκληπιείου και στην ανεύρεση λιθοσωρών από αρχιτεκτονικά μέλη και θραύσματα.

View original post 414 more words

Βίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Φως και σκοτάδι (Σβήσε το φως)

Ποίηση: Ντίνος Χριστιανόπουλος (αποσπάσματα από τη συλλογή Μικρά ποιήματα (1979))
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πιάνο: Ντόρα Μπακοπούλου
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Τα τραγούδια της αμαρτίας (1996) 

με τι συστολή φοράς τη στολή
κι όταν την πετάς, πετάς

«σβήσε το φως» επέμενες
θυμήθηκα μιαν άλλη μου αγάπη
τα ήθελε όλα αναμμένα

δεν ξέρω τι να προτιμήσω –
μες στο σκοτάδι χάνεται η ασκήμια μου
μέσα στο φως λάμπει η ομορφιά σου

View original post

Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Στην αλληλογραφία του Κάλβου, με την οποία εγκαινιάζει το Μουσείο Μπενάκη την έκδοση των Απάντων του, πε


George Seferis_cover


Our fate, spilled lead, it can’t be altered
you can do nothing about it.
They spilled the lead in the water pitcher under the stars
and let the fires burn.

If you stand naked before the mirror at midnight
you see
you see the man moving through the mirror’s depth
your destined man, who will rule your body
in loneliness and in silence, the man
of loneliness and silence
and let the fires burn.

At the hour when one day ends and the other hasn’t commenced
at the hour when time is stopped
you need to find the man
who now and from the very beginning ruled your body
you must search for him, so that someone else may find him
when you are dead.

It’s the children who light the fires and yell before the fires
in the hot night
(Was there ever a fire not started by a child,
oh, Herostratus)
and they throw salt in the flames to sparkle it
(How strange the houses suddenly stare at us
the crucibles of men, when the gleam of fire
falls on them).

But you who met with the stone’s grace on the sea-whipped rock
the evening when stillness came
you heard from afar the human voice of solitude and silence
in your body
that night of St John
when all the fires went out
and you studied the ashes under the stars.

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξει
δεν μπορεί να γίνει τίποτε.
Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι
ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα
βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτη
τον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά
το κορμί σου
μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωπο
της μοναξιάς και της σιωπής
κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλη
την ώρα που κόπηκε ο καιρός
εκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε
το κορμί σου
πρέπει να τον εύρεις
πρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο
κάποιος άλλος, όταν θα `χεις πεθάνει.

Είναι παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν
μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε
κάποιο παιδί, ώ Ηρόστρατε)
και ρίχνουν αλάτι μέσα τις φλόγες για να πλαταγίσουν
(Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια
τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο
θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς
και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Αϊ Γιάννη
όταν έσβησαν όλες τις φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
~George Seferis-Collected Poems, translated by Manolis Aligizakis, Libros Libertad, 2012