Archive for 28/07/2015

ritsos front cover

THE SIN

They left, they left – he said. They stayed – he said in a while. They stayed.
They exist.
Gullible days, wasted. And there were a few trees.
The roofs leaned their shoulders more impressively. George,
on top of the ladder, was fixing the plaster festoon
of the neoclassical house. Further down in the harbor
the longshoremen were creating a havoc. They carried
large wooden boxes tied with ropes. Two dogs
walked edge to edge in the street. Those days
we enclosed in parentheses the most important things. Him
with the black patch over his right eye, gaping at the shabby
display-windows, he collected (perhaps also on our behalf) a few objects,
match boxes, words, images and some other nameless and
invisible things –
always clumsy, with his muddy shoes and completely innocent.
The absolute – he said – is our grievest sin. And as the lights
were turned on
on ships, in bars, in patisseries, they underscored exactly that.

Η ΑΜΑΡΤΙΑ

Έφυγαν, έφυγαν,—έλεγε. Έμειναν—έλεγε σέ λίγο. Έμειναν.
Είναι.
Εύπιστες μέρες, χαμένες. Ήταν καί λίγα δέντρα.
Οι στέγες έγερναν ενδοτικότερα τούς ώμους τους. Ο Γιώργης
πάνω στή σκάλα διόρθωνε τή γύψινη γιρλάντα
νεοκλασικού σπιτιού. Πιό κάτω, στό λιμάνι
πρωτοστατούσανε οι φορτοεκφορτωτές. Κουβαλούσαν
μεγάλα ξύλινα κασόνια δεμένα μέ σκοινιά. Δυό σκύλοι
πήγαιναν άκρη άκρη στό δρόμο. Κείνες τίς μέρες
τό κυριώτερο τό κλείναμε σέ παρενθέσεις. Αυτός
μέ τόν επίδεσμο στό δεξί μάτι χάζευε τίς φτωχές βιτρίνες
μάζευε (πιθανόν καί για λογαριασμό μας) κάτι ελάχιστα αντικείμενα,
σπιρτόκουτα, λέξεις, εικόνες καί κάτι άλλα ανώνυμα καί αόρατα—
αδέξιος πάντα, μέ τά λασπωμένα του παπούτσια, κι ολότελα αθώος.
Τό απόλυτο—είπε—είναι η βαθιά μας αμαρτία. Κι όπως ανάβαν τα
φώτα
στά πλοία, στά μπάρ, στά ξενοδοχεία, αυτό ακριβώς υπογραμμίζαν.

“Yannis Ritsos-Selected Poems”, Ekstasis Editions, summer-fall, 2013
Poetry by Yannis Ritsos, Translated by Manolis Aligizakis

Advertisements