Επιφάνια, 1937–Epiphany, 1937

Posted: 25/07/2014 by vequinox in Art, Books, Canada, Greece, Greek Canadian Writers, Greek National Literary Awards, Greek Poets, Greek Writers, Literature, Photos, Poetry, poetry set in music, Translation

George Seferis_cover

ΕΠΙΦΑΝΙΑ, 1937

Τ’ ανθισμένο πέλαγο και τα βουνά στη χάση του φεγ-
γαριού
η μεγάλη πέτρα κοντά στις αραποσυκιές και τ’ ασφοδίλια
το σταμνί που δεν ήθελε να στερέψει στο τέλος της μέρας
και το κλειστό κρεβάτι κοντά στα κυπαρίσια και τα μαλ-
λιά σου
χρυσά, τ’ άστρα του Κύκνου κι εκείνο τ’ άστρο ο Αλδε-
βαράν.

Κράτησα τη ζωή μου κράτησα τη ζωή μου ταξιδεύοντας
ανάμεσα στα κίτρινα δέντρα κατά το πλάγιασμα της βροχής
σε σιωπηλές πλαγιές φορτωμένες με τα φύλλα της οξιάς,
καμιά φωτιά στην κορυφή τους, βραδιάζει.
Κράτησα τη ζωή μου στ’ αριστερό σου χέρι μια γραμμή
μια χαρακιά στο γόνατό σου, τάχα να υπάρχουν
στην άμμο του περασμένου καλοκαιριού τάχα
να μένουν εκεί που φύσηξε ο βοριάς καθώς ακούω
γύρω στην παγωμένη λίμνη την ξένη φωνή.
Τα πρόσωπα που βλέπω δε ρωτούν μήτε η γυναίκα
περπατώντας σκυφτή βυζαίνοντας το παιδί της.
Ανεβαίνω τα βουνά, μελανιασμένες λαγκαδιές ο χιονι-
σμένος
κάμπος ως πέρα ο χιονισμένος κάμπος τίποτε δε ρωτούν
μήτε ο καιρός κλειστός σε βουβά ερμοκλησια μήτε
τα χέρια που απλώνονται για να γυρέψουν κι οι
δρόμοι.
Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη
σιωπή
δεν ξέρω πια να μιλήσω μήτε να συλλογιστώ, ψίθυροι
σαν την ανάσα του κυπαρισιού τη νύχτα εκείνη
σαν την ανθρώπινη φωνή της νυχτερινής θάλασσας στα
χαλίκια
σαν την ανάμνηση της φωνής σου λέγοντας ‘ευτυχία’.
Κλείνω τα μάτια γυρεύοντας το μυστικό συναπάντημα των
νερών
κάτω απ’ τον πάγο το χαμογέλιο της θάλασσας τα κλει-
στά πηγάδια
ψηλαφώντας με τις δικές μου φλέβες τις φλέβες εκείνες
που μου ξεφεύγουν
εκεί που τελειώνουν τα νερολούλουδα κι αυτός ο άνθρωπος
που βηματίζει τυφλός πάνω στο χιόνι της σιωπης.
Κράτησα τη ζωή μου, μαζί του, γυρεύοντας το νερό που
σ’ αγγίζει
στάλες βαριές πάνω στα πράσινα φύλλα, στο πρόσωπό σου
μέσα στον άδειο κήπο, στάλες στην ακίνητη δεξαμενή
βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτε-
ρά του,
δέντρα ζωντανά και τα μάτια σου προσηλωμένα.

Ο δρόμος αυτός δεν τελειώνει δεν έχει αλλαγή, όσο
γυρεύεις
να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια, εκείνους που έφυγαν
εκείνους
που χάθηκαν μέσα στον ύπνο τους πελαγίσιους τάφους,
όσο ζητάς τα σώματα που αγάπησες να σκύψουν
κάτω από τα σκληρά κλωνάρια των πλατάνων εκεί
που στάθηκε μια αχτίδα του ήλιου γυμνωμένη
και σκίρτησε ένας σκύλος και φτεροκόπησε η καρδιά σου,
ο δρόμος δεν έχει αλλαγή, κράτησα τη ζωή μου.
Το χιόνι
και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.

EPIPHANY, 1937

The flowering sea and the mountains in the waning
moon
the great rock near the cactus pear trees and the asphodels
the water pitcher that wouldn’t go dry at the end of the day
and the vacant bed near the cypresses and your
hair
golden, the stars of the Swan and that star, Alde-
baran.

I got hold of my life, I got hold of my life traveling
among yellow trees in the slanting rain
in silent slopes loaded with beech-tree leaves
no fire on their peaks; it’s getting dark.
I got hold of my life; a line on your left hand
on your knee a scar, perhaps they still exist
in the sand of last summer, perhaps
they are still there where the north wind blew as I hear
the unfamiliar voice around the frozen lake.
The faces I see don’t ask questions nor does the woman
stooping as she walks breastfeeding her baby.
I climb the mountains; bruised ravines; the snow
covered
plain, up to the far end the snow-covered plain, they ask nothing
nor does the time enslaved in silent chapels, nor
do the hands outstretched to beg, nor the
roads.
I got hold of my life whispering in the boundless
silence
I no longer know how to speak nor how to think; whispers
like the cypress’ breath that night
like the human voice of the night sea on
pebbles
like the memory of your voice saying ‘happiness’.
I close my eyes searching for the secret encounter
of waters
under the ice , the smile of the sea, the closed water
wells
groping with my veins those veins
that escape me
there where the water lilies end and this man
who saunters as though blind on the snow of silence.
I got hold of my life, with him, searching for the water
that touches you
heavy drops on the green leaves, on your face
in the vacant garden, drops on the motionless cistern
dropping on a dead swan’s snow-white
wings
living trees and your eyes fixated.

This road has no end, doesn’t change, no matter
how hard you try
to recall your childhood years, the ones who left
those
who got lost in their sleep, the pelagic graves
no matter how hard you ask the bodies you loved to stoop
under the hardened branches of the plane trees there
where the sun ray stood still naked
and a dog leaped and your heart shuddered
the road has no change; I got hold of my life.
The snow
and the frozen water in the horses’ hoof-marks.

~Γιώργου Σεφέρη-Άπαντα/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
~George Seferis-Collected Poems/Translated by Manolis Aligizakis
http://www.libroslibertad.ca

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s