Archive for May, 2014

George Seferis_cover

ΙΔ

Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκλρης της ζωής
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρευουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή —

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

14
Now,
with the melted led of St John’s festivity
with the brilliance of summer pelagos,
all the nakedness of life,
and the going beyond and the staying put
the leaning down
and the upsurge
the lips, the caressed skin
they all long to be burned.

Like the pine at high noon
overcome by resin
in haste to produce flame
and can’t endure the struggle anymore —

call the children to gather the ash
and spread it.
What has passed has passed as it was fit.

And even what hasn’t passed yet
must burn
this high noon when the sun is nailed
in the heart of the one hundred-petalled rose.

ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ “ΘΕΡΙΝΟ ΗΛΙΟΣΤΑΣΙ”
Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
GEORGE SEFERIS “SUMMER SOLSTICE”
Translation by Manolis Aligizakis

Advertisements

Tasos Livaditis_Vanilla

ΑΥΤΟ ΤΟ ΑΣΤΕΡΙ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ

Ναι, αγαπημένη μου. Πολύ πριν να σε συναντήσω
εγώ σε περίμενα. Πάντοτε σε περίμενα.

Σαν ήμουνα παιδί και μ’ έβλεπε λυπημένο η μητέρα μου
έσκυβε και με ρωτούσε. Τί έχεις αγόρι;
Δε μίλαγα. Μονάχα κοίταζα πίσω απ’ τον ώμο της
έναν κόσμο άδειο από σένα.
Και καθώς πηγαινοέφερνα το παιδικό κοντύλι
είτανε για να μάθω να σου γράφω τραγούδια.
Όταν ακούμπαγα στο τζάμι της βροχής είταν που αργούσες
ακόμα
όταν τη νλύχτα κοίταζα τ’ αστέρια είταν γιατί μου ελίπανε τα
μάτια σου
κι όταν χτύπαγε η πόρτα μου κι άνοιγα
δεν είτανε κανείς. Κάπου όμς μες στον κόσμο είταν η
καρδιά σου που χτυπούσε.

Έτσι έζησα. Πάντοτε.
Κι όταν βρεθήκαμε για πρώτη φορά — θυμάσαι ; — μου
άπλωσες τα χέρια σου τόσο τρυφερά
σαν να με γνώριζες από χρόνια. Μα και βέβαια
με γνώριζες. Γιατί πριν μπείς ακόμα στη ζωή μου
είχες πολύ ζήσει μέσα στα όνειρά μου
αγαπημένη μου.

THIS STAR IS FOR ALL OF US

When I was a child and my mother would see me sad
she would lean down and ask. What is it my boy?
I wouldn’t talk. I would only look behind her shoulder
at a world without you.
And as I would go back and forth with the pencil
it was as if I learned to write songs for you.
When I would touch the wet glass of the window it was
because you were late
when at night I would gaze the stars it was
because I missed your eyes
and when my doorbell rang and I opened
no one was there. However somewhere in the world
your heart was beating.

I’ve lived this way. Always.
And when we first met—you remember?—you
opened your arms ever so tenderly
as though you had known me for years. But of course
you knew me. Because before you came to my life
you had lived in my dreams
my beloved.

Τάσου Λειβαδίτη-Εκλεγμένα Ποιήματα/ Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Tasos Livaditis-Selected Poems/Translated by Manolis Aligizakis

cavafy copy

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΥΣ ΒΑΡΒΑΡΟΥΣ

—Τί περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

—Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τί κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τί νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχτεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

—Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
καί τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα
Κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

—Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κι η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τί σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

 

WAITING FOR THE BARBARIANS

—What are we waiting for, gathered in the agora?

The barbarians are to arrive today.
—Why such inactivity in the Senate?
Why do the senators sit and pass no laws?

Because the barbarians will arrive today.
What laws should the senators pass?
When the barbarians come they will pass laws.

—Why did our emperor wake up so early
and sits by the city’s main gate
on the throne, officially, wearing his crown?

Because the barbarians will arrive today.
And the emperor is waiting to receive
their leader. In fact, he’s prepared
a declaration for him. In it he wrote
a lot of titles and honorable names.

—Why have our praetors and two consuls come out
today in their red, embroidered togas?
Why do they wear bracelets with so many amethysts
and rings with richly glittering emeralds;
why they carry expensive canes today
superbly decorated in silver and gold?

Because the barbarians will arrive today;
and such things dazzle the barbarians.

—Why don’t the famous orators come as usual
to make their speeches and have their say?

Because the barbarians will arrive today;
and they are bored by eloquent oratory.

—Why have this sudden anxiety and confusion?
(The faces, how solemn they have become.)
Why do the streets and the plazas empty so quickly
why is everyone returning home deep in thought?

Because night has arrived and the barbarians haven’t come.
A few travelers, just in from the borders,
say the barbarians no longer exist.

And what will become of us without them?
Those people were a kind of solution.

Κωνσταντίνου Καβάφη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη
Constantine Cavafy/Translated by Manolis Aligizakis