Archive for 11/12/2013

Ritsos_front large


Ναί, ναί, — εγώ είμαι. Κάτσε λίγο. Κανένας πιά δέν έρχεται. Κον-


νά ξεχάσω τά λόγια. Κι ούτε χρειάζονται. Πλησιάζει θαρρώ τό κα-


σαλεύουν αλλιώς οι κουρτίνες — κάτι θέλουν νά πούν, — ανοησίες.

           Η μιά τους

έχει βγεί κιόλας έξω απ’ τό παράθυρο, τραβιέται, νά σπάσει τούς


νά φύγει πάνω απ’ τά δέντρα, — ίσως κιόλας νά ζητάει νά τραβήξει

ολόκληρο τό σπίτι κάπου αλλού — μά τό σπίτι αντιστέκεται μ’ όλες

          τίς γωνιές του

καί μαζί του κ’ εγώ, παρ’ ότι νιώθω, εδώ καί μήνες, ελευθερωμένη

απ’ τούς νεκρούς μου κι απ’ τόν ίδιο τόν εαυτό μου, κι αυτή μου η


ακατανόητη, αθέλητη, ξένη, είναι τό μόνο δικό μου — ο δεσμός μου

μέ τούτο τό κρεββάτι, μέ τούτη τήν κουρτίνα — είναι κι ο φόβος

          μου, σά νά κρατιέμαι

ολόσωμη απ’ αυτό τό δαχτυλίδι μέ τή μαύρη πέτρα πού φοράω στό


Αυτή τήν πέτρα περιεργάζομαι τώρα, σέ απέραντες ώρες, μέσα

         στή νύχτα —

μαύρη, χωρίς ανταύγειες — μεγαλώνει, μεγαλώνει, γεμίζει

μαύρα νερά, — τά νερά πλημμυρίζουν, ψηλώνουν, βουλιάζω,

όχι στόν κάτω βυθό, σ’ έναν επάνω βυθό, από εκεί πάνω

διακρίνω χαμηλά τήν κάμαρά μου, εμένα, τή ντουλάπα, τίς δούλες

νά διαπληκτίζονται άφωνες, βλέπω τή μιά ανεβασμένη

σ’ ένα σκαμνί νά καθαρίζει τό τζάμι απ΄τή φωτογραφία τής Λήδας

μέ ύφος τραχύ, εκδικητικό, βλέπω τό ξεσκονόπανο ν’ αφήνει

μιάν ουρά σκόνη από λεπτές φυσαλίδες πού ανεβαίνουν καί σπάζουν

μέ σιωπηλό μουρμουρητό γύρω στούς αστραγάλους μου ή στά γό-

         νατά μου.


Yes, yes, – it’s me. Sit down for a while. No one comes around anymore.

          I almost

forget the words. Not that they are needed. I think summer is almost


the curtains stir in a different way – as if to say something – stupidities

         One of them

has already gone out the window pulling as though to break

         the rings

to fly over the trees – perhaps to take the whole house

someplace else – but the house resists with all

         its corners

and me along, although I’ve felt these last few months liberated

from my dead people and from myself and this resistance

        of mine

incomprehensible, unintentional, not mine, the only thing I have –

        my bond

with this bed, with this curtain – and it’s my fear as if

        my whole body

is anchored by this ring with the black stone I wear on my

        pointer finger


Now I examine this stone closely in the endless hours

        of the night –

black, without any reflections – it grows, it grows, it fills up

with black waters – the waters overflow, rise; I sink

not to the bottom, but on an upper bottom and from there

I discern down below my room, myself, the closet, servant girls

argue speechless; I see one of them standing

on a stool and with a rough spiteful expression cleans the glass

of Leda’s picture; I see the dusting cloth leaving behind

a trail of dust made of delicate bubbles that rise and burst

with a silent murmur around my ankles or




Γιάννη Ρίτσου-Ελένη/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη

Yannis Ritsos-Helen/Translated by Manolis Aligizakis