Archive for 20/11/2013


                             A COMMON ROOM

     I was going up the stairs for a while when an old woman with a black

 hood opened the door, “everyone has died here, she says to me,

for this whatever you say isn’t heard”, then I saw someone crawling

under the sofa, “what is he looking for?” I asked, “Christ, she says to me,

will come a few more times”, the woman started to read the cards

I was scared when I saw her hand pointing at me, “you will miss

your path many a time”, she says to me, “how can I miss it, I say,

I’m crippled, I don’t walk, someone else pulls the cart”, “still, you’ll

miss it”, “you are a whore, I say to her, and you disturb me, a holy man

—and you, if no one wants you why do you tease me?”, “I don’t tease

you, it’s the candle that flickers”, I felt sorry for her, “I know you,

I say to her, in fact it’s possible that we lived together long time ago”,

the time was exactly seven o’clock, I look at my watch and it showed

the same time, “now she’ll start again” I thought in despair, and

the old woman with slow steps went and locked the door.

                          ΜΙΑ ΚΟΙΝΗ ΚΑΜΑΡΑ

     Ανέβαινα απ’ ώρα τή σκάλα, μού άνοιξε μιά γριά μέ μιά μαύρη

σκούφια, “εδώ έχουν πεθάνει πολλοί, μού λέει, γι αυτό ό,τι κι άν

πείς δέν ακούγεται”, τότε είδα κάποιον πού σερνόταν κάτω απ’ τόν

καναπέ, “τί ψάχνει;” ρώτησα, “ο Χριστός, μού λέει, θά `ρθει κι

άλλες φορές”, η γυναίκα έριχνε τά χαρτιά, τρόμαξα καθώς είδα τό

χέρι της ν’ ανεβαίνει, “θά χάσεις πολλές φορές τό δρόμο” μού λέει,

“μά πώς θά τόν χάσω, τής λέω, εγώ είμαι ανήπηρος καί δέν περ-

πατάω, άλλος σέρνει τό καροτσάκι”, “κι όμως θά τόν χάσεις” μού

λέει, “είσαι μιά πουτάνα, τής λέω, νά μέ ταράζεις άγιον άνθρωπο

—κι εσύ, αφού κανένας δέ σέ θέλει, γιατί κουνιέσαι;”, “δέν κουνιέ-

μαι εγώ, μού λέει, τό καντήλι τρέμει”, τήν λυπήθηκα, “σέ ξέρω,

τής λέω, δέν αποκλείεται, μάλιστα, νά `χουμε ζήσει πολύν καιρό

μαζί”, η ώρα ήταν επτά ακριβώς, κοίταξα τό ρολόι μου κι έδειχνε

κι εκείνο τό ίδιο, “τώρα αρχίζει” σκέφτηκα μέ απόγνωση, κι η

γριά μέ συρτά βήματα πήγε καί μαντάλωσε τήν πόρτα.

Tasos Livaditis-Short Stories/Translated by Manolis Aligizakis

Τάσος Λειβαδίτης-Μικρές Ιστορίες/Μετάφραση Μανώλη Αλυγιζάκη