Archive for 31/08/2013




Τά δέντρα, μέ τά πρώτα κρύα, φεύγουν σκυφτά στόν άνεμο.

Τό βράδι, ο ουρανός γίνεται μιά μεγάλη κλεισμένη τζαμόπορτα.

Κεί μέσα, συναγμένοι πολλοί, κουβεντιάζουν σιγανά καί καπνίζουν,

γιατί βλέπουμε, πίσω απ’ τά χνωτισμένα τζάμια,

ν’ αναβοσβήνουν κάτι ασήμαντες λάμψεις.

Πότε – πότε, κάποιος πετούσε από κεί πάνου τό τσιγάρο του

κ’ εμείς μαζεύαμε τά δάχτυλά μας μήν καούμε.

Κανένας μας δέν είχε πιά λίγο χώμα δικό του,

ένα στρέμμα χωράφι ή έναν τάφο.

Floating in Air

With the first cold spells, the trees leave stooping in the wind.

In the evening, the sky becomes a large closed glass door.

In there, many have gathered talking in low tones and smoking,

because we see, behind the steamed glass

some insignificant flashes flickering.

From time to time, someone threw his cigarette from above

and we kept our fingers in check not to be burned.

None of us had a small piece of ground anymore,

an acre of land or a grave.


Μέ κάθε χτύπο τού ρολογιού πέφτει ένα κίτρινο φύλλο.

Είχες ένα ψάθινο καπέλο μέ λιλά λουλούδια.

Τώρα κεί μέσα γεννάνε οι κόττες

κ’ ένα σαλιγκάρι ανηφορίζει στό πόδι τής καρέκλας.

Τό χιόνι θάναι κρύο, κρύο, κρύο

σάν τό ψηλό κολλάρο τού πατέρα

πού βρίσκεται από χρόνια στό σεντούκι.

Μύρισαν κιόλας τά δέντρα ναφθαλίνη.

Winter Approaches

With each tick of the clock a yellow leaf falls.

You had a straw hat with lilac flowers.

Now in there, chickens lay eggs

and a snail climbs on the leg of the chair.

The snow will be cold, cold, cold

like the high collar of our father

hidden in the chest for years.

The trees already smell of mothballs.


Τή νύχτα ανάψαμε τά λαδοφάναρα

καί πήραμε τούς δρόμους ρωτώντας τούς διαβάτες.

Φορούσε, λέγαμε, ένα φόρεμα

στό χρώμα κάθε ονείρου. Δέν τήν είδατε;

Φορούσε δυό γαλάζια σκουλαρίκια.

Κανένας δέν τήν είχε δεί. Μόνο στήν ακρινή καλύβα

η μάνα η γριά τού ξυλοκόπου τέντωσε τό δάχτυλο

κ’ έδειξε πίσω από τά δέντρα τό ποτάμι.

Κεί κάτου αναβοσβήναν δυό γαλάζια αστέρια.


At night we lighted the oil lamps

and took the roads asking the passersby.

She wore a dress, we said,

in the color of every dream. Didn’t you see her?

She wore two light-blue earrings.

No one had seen her. Only in the cabin at the end of the village

the old woman, the lumberjack’s mother, pointed her finger

and showed us the river behind the trees.

Down to where two light-blue stars flickered.

Translated by Manolis