Archive for 09/07/2013

Ritsos_front large

Πείνα

Πέρασε η νύχτα μπουκωμένη αμίλητο νερό. Τά χαράματα

έλαμψε ο ήλιος μουσκεμένος στά κουλουριασμένα καραβόσκοινα.

Πρόσωπα-σκιές, κατάρτια-σκιές, ταξίδια—

τάδαμε, δέν τάδαμε—δέ χόρτασε η πείνα μας.

 

Κάποιος φώναξε πίσω απ’ τό βουνό, κάποιος άλλος

πίσω απ’ τά δέντρα κι ένας άλλος κι άλλος

σ’ όλο τό μάκρος τού δειλινού—πού νά τρέξουμε;

Πού νά προφτάσουμε; Μήπως είμαστε εμείς πού φωνάζαμε; Καί

        τά βουνά

γίνονταν πιό μεγάλα καί κοφτερά σάν τά δόντια τού πεινασμένου.

 

 

 

Hunger

The night passed its mouth stuffed by speechless water. At

daybreak the sun shone wet on the coiled cables.

Faces – shadows, masts – shadows, voyages –

perhaps saw them, perhaps not – our hunger was never satisfied.

 

Someone yelled behind the mountain, someone else

behind the trees and yet another one

all along the length of sundown – where should we run?

Would we have enough time? Perhaps it is us yelling? And

          the mountains

became bigger and sharper like the teeth of the hungry man.

 

 

 

 

Ένα Πρόσωπο

Είναι ένα πρόσωπο φωτεινό, σιωπηλό, καταμόναχο

σάν ολόκληρη μοναξιά, σάν ολόκληρη νίκη

πάνω στή μοναξιά. Αυτό τό πρόσωπο

σέ κοιτάζει ανάμεσα από δυό στήλες ασάλευτο νερό.


καί δέ γνωρίζεις ποιό απ’ τά δυό σέ πείθει περισσότερο.

 

A Face

 

It is a bright face, silent, all alone

like the entire loneliness, like complete victory

over loneliness. This face

looks at you between two columns of still water

 

and you don’t know which of the two convinces you the most.

 

 

Καλοκαίρι

 

Τά τέσσερα παράθυρα κρεμούν στίς κάμαρες

ομοικατάληκτα τετράστιχα από ουρανό καί θάλασσα.

Μιά παπαρούνα μόνη είναι ένα ρολογάκι

στό χέρι τού καλοκαιριού, νά δείχνει

δώδεκα η ώρα μεσημέρι. Κ’ έτσι νιώθεις

τά μαλλιά σου πιασμένα μές στά δάζχτυλα τού ήλιου

νά σέ κρατάνε ελέυθερο μέσα στό φώς καί στόν αέρα.

 

 

 

Summer

 

The four windows hang rhyming quatrains

made of sky and sea inside the rooms

A lonely daisy is a small wristwatch

on the arm of summer showing

twelve at noon. Thus you feel

your hair entangled in the hands of the sun

keeping you free in the light and in the air.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος-“Παρενθέσεις”

~ΜετάφρασηΜανώληΑλυγιζάκη

~Yannis Ristos-“Parentheses”

~Translation by Manolis Aligizakis

 

 

 

Advertisements