Suddenly a sunrise

perhaps it was a new day

full of vigor and stamina and


all comrades woke staring

at each other, counting bodies

that moved instead of the


motionless, let them be cursed

and let them keep away from us

but when the sergeant came in


and called all our names

it wasn’t strange that we all answered

except the dead ones in the other hutment


in gray sacks like rotten

potatoes no one wanted to deal with

and the sun still stood up


in the horizon like a mother

counting her children one by one

then hiding her eyes from


this spectacle until a moment

of silence was called for

the ones who could no longer breathe

“Nostos and Algos”

Ο ήλιος ξαφνικά σηκώθηκε

ίσως η μέρα νάταν γιομάτη

σφριγηλότητα κι εγκαρτέρηση


που όλοι ξυπνήσαν οι σύντροφοι

και στράφηκαν τριγύρω να μετρήσουν

τους ζωντανούς, χώρια απ’ τους


ακούνητους και ξορκισμένοι

νάναι και μακρυά απο μας

στην ώρα του ήρθε ο λοχίας


και προσκλητήριο εκάλεσε

παράξενο που όλοι απαντήσαμε

εκτός απ’ τους άλλους στους μαύρους


σάκκους που σαν σάπιες πατάτες

δίπλα στο παράπηγμα μένανε άλαλοι

κι ο ήλιος στάθηκε δειλά στο χάος


σαν μάνα που εμέτραγε ένα ένα

τα παιδιά της κι άλλες φορές που

έκρυβε τα μάτια να μη δει


τη θεία κωμωδία κι ένα λεπτό

σιωπής καλέστηκε γι’ αυτούς που

πια δεν γνώριζαν πως ν’ ανασάνουν

¨Νόστος και Άλγος”

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s