Archive for 16/04/2012

Κάποιος είχε πολλούς πεθαμένους.

Έσκαβε το χώμα, τούς έθαβε μόνος του.

Πέτρα τήν πέτρα, χώμα τό χώμα

έφτιαξε ένα λόφο.

Πάνου στό λόφο

έφτιαξε τήν προσηλιακή καλύβα του.

 

Ύστερα χάραξε δρομάκια

φύτεψε δέντρα

προσεχτικά, γεωμετρικά, συλλογισμένα.

Τό μάτι του χαμογελούσε.

Τό χέρι του δέν έτρεμε ποτέ.

Ο λόφος.

 

Εκεί ανεβαίνουν τ’ απογεύματα τής Κυριακής

οι μητέρες σπρώχνοντας τά καροτσάκια τών παιδιών τους

οι εργάτες τής συνοικίας μέ πλυμένο πουκάμισο

να λιαστούν καί ν’ανασάνουν λίγο αέρα.

Εκεί τά ζευγαράκια σεργιανάνε τό απόβραδο

μαθαίνουν νά διαβάζουν τ’ αστέρια.

Κάτου απ’ τά δέντρα ένα παιδί παίζει μιά φυσαρμόνικα.

Ο λεμοναδάς διαλαλεί τίς γκαζόζες του.

 

Πάνου στό λόφο, όλοι ξέρουν

πώς είναι πιό κοντά στόν ουρανό.

 

Όμως κανένας δέν ξέρει πώς έγινε ο λόφος,

κανένας δέν ξέρει πόσοι κοιμούνται στά σπλάχνα τού λόφου.

 

 

~Γιάννης Ρίτσος

 

Someone had a lot of dead people

He dug the ground he buried them himself

Stone by stone earth on earth

he built a hill

On top of the hill

he built his cabin facing the sun

 

After that he opened pathways

he planted trees

carefully geometrically thoughtfully

His eye was always smiling

His hand wasn’t trembling

The hill

 

There on Sunday afternoons mothers climb

pushing their baby carriages

the workers of the neighborhood in clean shirts

go there to sunbathe and breath some fresh air

There at twilight pairs in love saunter

and learn to read the stars

Under the trees a child plays harmonica

The pop vendor yells about his lemonade

 

On the hill they all know

that they are closer to the sky

 

But no one knows how the hill was built

no one knows how many sleep in the hills’ bowels

 

~Yannis Ritsos-Poems

Translation by Manolis Aligizakis

 

 

Advertisements