Archive for 29/07/2011

Read this poem in English and Greek.

Burden
Poem by Manolis 

He put his bag on the floor
lied next to me
he raised one leg and
leaned it against the wall
as though to leave on it
a fleshy mark
a faint human trace
the other leg was resting
on the cool cement

suddenly as though he remembered
something very important

he got up
walked to the table
leaned down and smelt
the last bloomed rose
then he let a sigh float
in the darkened room
as though to release
burden of his last breath
and without any word
he collapsed on cool cement

Βάρος
Poem by Manolis

Έβαλε το σακούλι του στο πάτωμα
πλάγιασε δίπλα μου
το ένα πόδι ακούμπησε
στον τοίχο σαν νάθελε
ν αφήσει ένα σημάδι ανθρώπινο
το άλλο πόδι ξεκουράζονταν
στο δροσερό τσιμέντο

ξαφνικά σαν να θυμήθηκε
κάτι πολύ σοβαρό

σηκώθηκε και βημάτισε
στο τραπέζι γονάτισε και
μύρισε το μοναδικό τριαντάφυλλο
άφησε ένα στεναγμό να αιωρηθεί
στο σκοτεινό δωμάτιο σαν
νάθελε να ελευθερωθεί απο
κάποιο βάρος της τελευταίας του
αναπνοής και τότε χωρίς λέξη
κατέρευσε στου τσιμέντου τη δροσιά
..

View this poem in English and Greek

Old Couple
Poem by Manolis

Long and narrow old table
hardly stands motionless
bleached out tablecloth
faded like her eyes gazing the sea’s
agony reaching the foreign land
where her son has disappeared

shade of grapevine thick like a sin
and harsh like a thought riveting
memory to again give birth to light

and he brings two plates
pours the wine in two glasses
small plate with olives piece of feta

and the sigh simply covered with
a smile as the lone cicada insists
in disturbing monologue of their loneliness

when after-all he sits next to her
above them the grapevine laughs
as his calloused fingers touch
her wrinkled hand and the sun
somewhere higher than anybody
roars with laughter when old man says
to her…you forgot to cut the salad

Ζευγάρι Γερόντων
Poem by Manolis

Στενόμακρο τραπεζάκι που
με δυσκολία στέκεται ακίνητο
τραπεζομάντηλο με λουλούδια
ξεθωριασμένα σαν τα μάτια της
να κοιτά την αγωνία της θάλασσας
που οδηγεί στην ξενιτιά που ο γιος της ζει
ίσκιος κληματαριάς βαθύπνοος
σκληρός σαν σκέψη που σφυρηλατεί
τη θύμηση για να ξαναγενήσει φώς
κι εκείνος φέρνει τα δυο πιάτα το κρασί
που τα τρεμάμενα του χέρια βάζουν στα ποτηράκια
πιατάκι ελιές ένα κομμάτι φέτα κι ο στεναγμός
απλά μασκαρεμένος με το χαμογέλιο
κι απο του τζίτζικα την επιμονή να διακόψει
της μοναξιάς τους το μονόλογο όταν επιτέλους
κάθεται δίπλα της πάνωθε τους η κληματαριά γελά
σαν τα ροζιασμένα δάχτυλά του αγγίζουν τις ρυτίδες
του χεριού της κι ο ήλιος κάπου ψηλώτερα ξεκαρδίζεται
στα γέλια που της λέει…ξέχασες να κόψεις τη σαλάτα
.
.