Archive for 10/06/2011

Giorgos Seferis was born in the village Vourla, near Smyrna, Asia Minor, in 1900. He attended school in Smyrna and finished his studies at the Gymnasium in Athens. When his family moved to Paris in 1918, Seferis studied law at the University of Paris and became interested in literature. He returned to Athens in 1925 and was admitted to the Royal Greek Ministry of Foreign Affairs in the following year. This was the beginning of a long and successful diplomatic career, during which he held posts in England (1931-1934) and Albania (1936-1938 ). During the Second World War, Seferis accompanied the Free Greek Government in exile to Crete, Egypt, South Africa, and Italy, and returned to liberated Athens in 1944. He continued to serve in the Ministry of Foreign Affairs end held diplomatic posts in Ankara (1948-1950) and London (1951-1953). He was appointed minister to Lebanon, Syria, Jordan, and Iraq (1953-1956), and was Royal Greek Ambassador to the United Kingdom from 1957 to 1961, the last post before his retirement in Athens. Seferis received many honors and prizes, among them honorary doctoral degrees from the universities of Cambridge (1960), Oxford (1964), Salonika (1964), and Princeton (1965).

His wide travels provide the backdrop and color for much of Seferis’s writing, which is filled with the themes of alienation, wandering, and death. Seferis’s early poetry consists of Strophe (Turning Point), 1931, a group of rhymed Lyrics strongly influenced by the Symbolists, and E Sterna (The Cistern), 1932, conveying an image of man’s most deeply felt being which lies hidden from, and ignored by, the everyday world. His mature poetry, in which one senses an awareness of the presence of the past and particularly of Greece’s great past as related to her present, begins with Mythistorema (Mythistorema), 1935, a series of twenty-four short poems which translate the Odyssean myths into modern idiom. In Tetradio Gymnasmaton (Book of Exercises), 1940, Emerologio Katastromatos (Logbook I), 1940, Emerologio Katastromatos B (Logbook II), 1944, Kihle (Thrush), 1947, and Emerologio Katastromatos C (Logbook III), 1955, Seferis is preoccupied with the themes he developed in Mythistorema, using Homer’s Odyssey as his symbolic source; however, in “The King of Asine” (in Logbook I), considered by many critics his finest poem, the source is a single reference in the Iliad to this all-but-forgotten king. The recent book of poetry, Tria Krypha Poiemata (Three Secret Poems), 1966, consists of twenty-eight short lyric pieces verging on the surrealistic.

In addition to poetry, Seferis has published a book of essays, Dokimes (Essays), 1962, translations of works by T.S. Eliot, and a collection of translations from American, English, and French poets entitled Antigrafes (Copies), 1965. Seferis’s collected poems (1924-1955) have appeared both in a Greek edition (Athens, 1965) and in an American one with translations en face (Princeton, 1967).

Giorgos Seferis died on September 20, 1971.

Source: Nobel Lectures.

View poems by Seferis

..
Βιογραφικό Σημείωμα Γιώργου Σεφέρη

O Γιώργος Σεφέρης γεννήθηκε στο χωριό Βούρλα κοντά στη Σμύρνη το 1900. Παρακολούθησε δημοτικό σχολείο στη Σμύρνη και τέλειωσε το Γυμνάσιο στην Αθήνα. Το 1918 που η οικογένεια του μετακόμισε στη Γαλλία παρακολούθησε μαθήματα νομικής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και άρχισε να ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία. Γύρισε στην Αθήνα το 1925 κι αμέσως σχεδόν προσλήφθηκε από το Υπουργείο Εξωτερικών. Αυτό ήταν το ξεκίνημα του για μια εκτεταμένη και πολύ επιτυχή καρριέρα στο διπλωματικό κλάδο κατά την οποία διορίστηκε σε πόστα στην Αγγλία (1931-1934) και στην Αλβανία (1936-1938). Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Γιώργος Σεφέρης μαζί με την Κυβέρνηση της ελεύθερης Ελλάδας κατέφυγε στην Κρήτη κι αμέσως μετα την πτώση της Κρήτης στους Γερμανούς ταξίδεψε στην Αίγυπτο, στην Νότιο Αφρική και στην Ιταλία. Μετά το τέλος του πολέμου γύρισε στην Ελλάδα το 1944. Διορίστηκε σε διάφορα άλλα πόστα στην Αγκυρα το (1948-1950) και κατόπιν στο Λονδίνο τα χρόνια (1953-1956). Ακολούθησαν θέσεις στο Λίβανο, στη Συρία, στην Ιορδανία και στο Ιράκ. Για το διάστημα 1957 μέχρι το 1961 υπηρέτησε σαν Πρεσβευτής της Ελλάδας στην Αγγλία που ήταν και το τελευταίο του πόστο. Γύρισε στην Αθήνα όταν αποστρατεύτηκε το 1961. Του απονομήθηκαν πολλές τιμές και μετάλεια μεταξύ τους και τιμιτικά διπλώματα απο τα Πανεπιστήμια του Καίμπριτζ (1960), της Οξφόρδης (19640, της Θεσσαλονίκης (1964) και του Πρίνσεντον (1965).

Τα ταξίδια του που κράτησαν τόσα χρόνια αποτέλεσαν την πηγή για τα χρωματισμό των εικόνων που ο Γιώργος Σεφέρης παρουσιάζει στα ποιήματα του τα γεμάτα με συναισθήματα απομόνωσης, νοσταλγίας, διερώτησης, αναζήτησης του εαυτού του, και φυσικά το δέος και η περιέργια που περικλείνει η έννοια του θανάτου. Τα πρώτα του βήματα στον ποιητικό δρόμο γίνανε με το βιβλίο του «Στροφή» το 1931 μια συλλογή λυρικών ομοικατάληκτων ποιημάτων επηρεασμένα απο την κίνηση των Συμβολιστών κι ακολουθήθηκε η συλλογή «Στέρνα» το 1932 που παρουσίασε αυτό το μέρος του καθενός ανθρώπου που διατηρείται κρυμένο η τελείως αδιάφορο στο ίδιο τον εαυτό του. Η πιο μεστή του ποίηση στην οποία ο αναγνώστης διακρίνει την συναίσθηση του τώρα δια μέσω του παρελθόντος και ειδικά το υπέροχο παρελθόν της Ελλάδας όπως σχετίζεται με το παρόν της ήταν μια σειρά 24 ποιημάτων με τον τίτλο «Μυθιστόρημα» το 1935 που μεταφέρουν τους μύθους της Οδύσσειας σε σημερνό χρόνο. Στη συλλογή «Τετράδιο Γυμνασμάτων» 1940, το «Ημερολόγιο Καταστρώματος Ι» 1940, το «Ημερολόγιο Καταστρώματος ΙΙ», 1944, στην «Κίχλη», 1947, και στο «Ημερολόγιο Καταστρώματος ΙΙΙ», 1955, ο ποιητής είναι προκατειλημένος με θέματα που ανέπτυξε στο «Μυθιστόρημα» χρησιμοποιώντας την Οδύσσεια του Ομήρου σαν συμβολική πηγή έμπνευσης, Αλλά στο ποίημα «Ο Βασιλιάς της Ασίνης» απο τη συλλογή «Ημερολόγιο Καταστρώματος Ι» που θεωρείται απο τους πιο πολλούς κριτκούς σαν το καλύτερο του έργο, η πηγή του ποιήματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μικρή αναφορά της ‘Ιλιάδας’ σ αυτόν τον κιόλας ξαχασμένο βασιλιά. Η τελευταία του συλλογή «Τρία Κρυφά Ποιήματα» του 1966 αποτελείται από 28 μικρά λυρικά ποιήματα που είναι σχεδόν σουρεαλιστικά.
Επιπρόσθετα στην ποίηση ο Γιώργος Σεφέρης ασχολήθηκε και με τον πεζό λόγο γράφοντας το βιβλίο «Δοκιμές» 1962 κι επίσης μετάφρασε ποιήματα του γνωστού Αμερικανού ποιητή Έλλιοτ καθώς επίσης και και μια συλλογή ποιημάτων γραμένα απο Αμερικανούς, Αγγλους και Γάλλους ποιητές που την ονόμασε «Αντιγραφές» που κυκλοφόρησε το1965. Τα άπαντα του έχουν κυκλοφορήσει στα Ελληνικά, Αθήνα το1965 και στα αγγλικά στην Βόρειο Αμερική το 1967.
Πέθανε στις 20 του Σεπτέμβρη του 1971. Στη κηδεία του πήρε μέρος ένας τεράστιος αριθμός πολιτών που ακολούθησαν τη σωρό του στο νεκροταφείο τραγουδώντας το φημισμένο ποίημα «Αρνηση» μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη παρ όλο που ήταν απαγορευμένο από τη στρατιωτική κυβέρνηση των ημερών εκείνων.

Πηγή άρθρου Nobel Lectures

View poems by Seferis
..
..

Advertisements

Στροφή
Strophe
Η Λυπημένη
The Sorrowful Girl
Άρνηση
Denial
Οι Σύντροφοι στον Αδη
The Comrades in Hades
Μυθιστόρημα
Mythistorema
Β
II
Γ
III

Στροφή

Στιγμή, σταλμένη απο ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι

Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου
στο γέρμα του μυστικού δείπνου
Στιγμή σπυρί της άμμου,

που κράτησες μονάχη σου όλη
την τραγική κλεψύδρα
βουβή, σα να είχε δει την Υδρα
στο ουράνιο περιβόλι

Strophe

Moment sent by a hand
that I had so much loved
you reached me almost at dusk
like a black dove

The road shone before me
soft breath of sleep
at the end of a secret feast…
Moment grain of sand

that you alone kept
the tragic clepsydra whole
silent as though it had seen Hydra
in the heavenly orchard
..

Η Λυπημένη

Στην πέτρα της υπομονής
κάθισες πρός το βράδυ
με του ματιού σου το μαυράδι
δείχνοντας πως πονείς

κι είχες στα χείλια τη γραμμή
που είναι γυμνή και τρέμει
σαν η ψυχή γίνεται ανέμη
και δέουνται οι λυγμοί

κι είχες στο νου σου το σκοπό
που ξεκινά το δάκρυ
κι ήσουν κορμί που από την άκρη
γυρίζει στον καρπό

μα της καρδιάς σου ο σπαραγμός
δε βόγκηξε κι εγίνη
το νόημα που στον κόσμο δίνει
έναστρος ουρανός

The Sorrowful Girl

On the stone of patience
you sat at dusk
with the black of your eye
showing how you hurt

And on your lips you had
a line naked and shivering
as the soul spins
and sobs plead

and in your mind the tune
that starts a tear
and you were a body that from its edge
returns to its fruit

but your heart’s anguish
didn’t sob but turned into
a meaning given to the world
by the star filled sky
..

Άρνηση

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ όνομα της
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή

Με τι καρδιά με τι πνοή
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή

Denial

On the secluded seashore
white like a dove
we thirsted at noon
but the water brackish

On the golden sand
we wrote her name
when the sea breeze blew
the writing vanished

With what heart with what spirit
what desire and what passion
we led our life what a mistake
so we changed our life
..

Οι Σύντροφοι στον Αδη

Νήπιοι, οι κατα βούς Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον αυτάρ ο τοίσιν οφείλετο νόστιμον ήμαρ

~Οδύσσεια

Αφού μάς μέναν παξιμάδια
τι κακοκεφαλιά
να φάμε στήν ακρογιαλιά
του Ηλιου τ αργά γελάδια

που το καθένα κι ένα κάστρο
για να το πολεμάς
σαράντα χρόνους και να πάς
να γίνεις ήρωας κι άστρο

Πεινούσαμε στής γής τήν πλάτη
σα φάγαμε καλά
πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι

The Comrades in Hades

…fools who ate the Hyperion Sun’s cattle
for this he deprived them of their return
~Odyssey

Since we still had some hardtack
what a stupidity
to eat by the seashore
Helios’ slow moving cattle

that each was like a castle
you’d had to fight for
forty years until you turned
into a hero and a star

We hungered on the back of earth
but after we ate well
we fell down to the low levels
of being fools but satiated
..

Μυθιστόρημα

Si j’ai du gout, ce n’est gueres
Que pour la terre et les pierres

~Arthur Rimbaud

Α

Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ αλετριού η του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ ανήμπορα μέλη με στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και τής αρμύρας
Οταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μάς τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στήν αγωνία τής μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχίσει

Φέραμε πίσω
αυτά τ ανάγλυφα μιάς τέχνης ταπεινής

Mythistorema

Si j’ aid u gout, ce n’est gueres
Que pour la terre et les pierres.

~ Arthur Rimbaud

“If I have taste it is only
for the earth and the stones”

I

The angel
we had waited for him for three years concentrated
closely examining
the pines the seashore the stars
Joining the blade of the plough with the ship’s keel
we searched to discover once more the first sperm
that the old drama may recommence

We went back home broken hearted
with incapable limbs with mouths ravaged
by the taste of rust and salinity
When we woke we traveled to the north strangers
immersed into the mist by the perfect wings
of swans the wounded us
During winter nights the strong eastern wind
maddened us
in the summers we got lost in the agony of day
that couldn’t die

We brought back
these petroglyphs of a humble art
..

Β

Ακόμη ένα πηγάδι μέσα σε μια σπηλιά
Αλλοτε μάς ήταν εύκολο ν αντλήσουμε είδωλα και
στολίδια
για να χαρούν οι φίλοι που μάς έμεναν ακόμη πιστοί

Εσπασαν τα σκοινιά μονάχα οι χαρακιές στου πηγαδιού
το στόμα
μάς θυμίζουν την περασμένη μας ευτυχία
τα δάχτυλα στο φιλιατρό, καθώς έλεγε ο ποιητής
Τα δάχτυλα νιώθουν τη δροσιά τής πέτρας λίγο
κι η θέρμη του κορμιού την κυριεύει
κι η σπηλιά παίζει την ψυχή της και τη χάνει
κάθε στιγμή, γεμάτη σιωπή, χωρίς μια στάλα

II

One more well inside a cave
At other times it was easy for us to draw up idols and
ornaments
to please some friends who were still loyal to us

The ropes have broken only the grooves on the
well’s lip
remind us of our past happiness
the fingers on the well’s lip as the poet put it
The fingers feel the coolness of the stone a little
that the body’s heat prevails over
and the cave gambles its soul and loses it
every moment filled by silence without a drop of water
..

Γ

Μέμνησο λουτρών οίς ενοσφίσθης

Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέρια
που μου εξαντλεί τούς αγκώνες και δεν ξέρω που να
τ ακουμπήσω
Επεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να
ξαναχωρίσει

Κοιτάζω τα μάτια μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη

τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν
ακρωτηριασμένα

III

Remember the baths where you were murdered

I woke up with the marble head in my hands
that exhausts my elbows and I don’t know where
to lean it
It was falling in the dream as I was coming out of the dream
and our lives joined and it will be very difficult to
separate again

I gaze in the eyes neither open nor closed
I speak to the mouth that keeps trying to speak
I touch the cheeks that have gone through the skin
I don’t have any other strength

my hands disappear and come back near me
mutilated
..

View Seferis’s Bio

The above poems are selected and translated in English by Manolis for his 2012 collection titled “George Seferis – Collected Poems”
..
..