ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΙΙΙ Ανέκδοτο

Γνωρίζει πια πως
δεν είναι οι ανόητες Σειρήνες
που τραγουδούν νομίζοντας πως κάνουν τέχνη
ούτε η γερασμένη Κίρκη
με τον πόθο
καταχωνιασμένο σε ασκούς για πάντα σφραγισμένους
ούτε κάποια κακομαθημένη Ναυσικά
εγκλωβισμένη σε λάθος ηλικία
με άσπρες κάλτσες και φουστάνια παιδικά.
Ούτε οι Λαιστρυγόνες και οι Λωτοί είναι αυτοί
που τον κρατούν μακριά της.
Ούτε οι συντεχνιακοί μικροθυμοί του τάχα Ποσειδώνα
και τα μπλεξίματα με τους παλιούς συντρόφους.
Γνωρίζει πια η Πηνελόπη
το τελευταίο μήνυμά της θα μείνει αναπάντητο,
δεν θα ξαναμιλήσουν πια,
η λογική του υπαγορεύει να μείνει μακριά της,
παντού ολόγυρά της
μνηστήρες πίνουνε ρακή
κυλιούνται σαν λιοντάρια στην αρένα
αρσενικά που οσμίζονται τον πόθο
και με τα βέλη τους ορίζουνε τον χώρο.
Και ο Οδυσσέας;
Δεν τον θυμάται πια η Πηνελόπη.
Μόνο πως με έναν άγνωστο κοιμήθηκε ένα βράδυ
Και όταν τον ρώτησε ποιος είναι
αυτός απάντησε: «Ο Κανένας».

PENELOPE III (Unpublished)

She knows by now
that the Sirens are not fools
that they sing thinking of creating art
nor the old Circe
in her lust
hidden in windbags forever sealed
nor the misbehaving Nausica
trapped in the wrong age
wearing white socks and childish dresses
nor the Lestrygonians and the lotus
It is them keeping him away
nor Poseidon’s petty angers
and the mix-ups with his old companions
Penelope knows by now
her last message will remain unanswered
they’ll never talk to each other again
logic compels him to stay away from her
All over her
suitors drink raki
and roll like lions in the arena
males who sniff lust
and with their arrows define space
and Odysseus
Penelope doesn’t remember of him anymore
only that one night she slept with a stranger
and when she asked of his name
he answered ‘I have no name’
.

ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΙV (ανέκδοτο)

Της έλειπε πολύ.
Όχι γιατί ήλπιζε ή φοβόταν.
Αλλά γιατί κάποια βράδια το ίδιο το νησί
ξεκολλούσε από το σώμα της
και χανόταν στην μαύρη θάλασσα που άχνιζε.

PENELOPE IV (Unpublished)

She missed him so much
not that she hoped or was afraid
but because some nights this very same island
got unattached from her body
and vanished in the black steamy sea
.

ΑΝΤΙΓΟΝΗ Ι (Στην ποιητική συλλογή η Αποχώρηση της Λαίδης Κάπα, 2004)

Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη όταν φεύγει.
Ένα δαντελένιο γάντι στα μεταξωτά σεντόνια,
μιαν αχνιστή σταγόνα από λεμόνι
στο μάγουλο του φίλου,
ένα φευγαλέο άγγιγμα στο μπράτσο του εραστή,
ένα αποτύπωμα χειλιών στο πορσελάνινο φλιτζάνι
του τσαγιού που μισοπίνει βιαστικά.
Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,
το αραχνούφαντο μαντήλι μουσκεμένο
απ’ τα ξαφνικά δάκρυα της στιγμής
το ομπρελίνο από εύθραυστη βροχή.
Είναι η Αντιγόνη που ξεχνά,
το φόρεμά θροίζει καθώς τρέχει,
η βεντάλια της αλλάζει εποχές.
Πάντα κάτι ξεχνάει η Αντιγόνη.
Γι αυτό και πάντα φεύγει.
Μόνο, κάποιες νύχτες, αρχίζει κάτι να θυμάται,
φοράει την νεκρική της μάσκα
ρίχνει στάχτη στα μαλλιά της
θαμμένη στη σπηλιά της
θρηνεί τους άταφους νεκρούς.

ANTIGONY I (From the Collection ‘The Departure of Lady Kappa)

When Antigony leaves she always forgets something
a lacy glove on the satin bed-sheet
a steamy drop of lemon
on a friend’s cheek
a stolen touch on a lover’s arm
a lip-mark on the porcelain tea-cup
when she drinks hastily
It is Antigony who forgets
the gauzy handkerchief moistened
by the sudden momentary tears
the little umbrella in the fragile rain
It is Antigony who forgets
the dress that rustles as she walks
the fan that changes seasons
Antigony always forgets something
for this she always leaves
only some nights she starts remembering something
she sprinkles ashes on her hair
buries herself in her cave
and laments for the unburied dead
.

ΤΟ ΓΥΜΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχομαι σε σένα με το σώμα μου γυμνό.
Πρώτα παχουλό και ασχημάτιστο
με δίπλες στα χέρια και στα πόδια
ύστερα έφηβο στο μωβ του κοχυλιού
χωρίς την εισβολή του μολυβιού
που θα αλλάξει την άγνοια της γραφής
τέλος γυναικείο,
με εγγεγραμμένη
την κοιλάδα της απώλειας
φουσκωμένο με την υγρή βεβαιότητα της γέννας
με λέξεις καμπύλες
για να κρύβουν και να έλκουν
με τα κενά ανάμεσα στους στίχους
για να σιωπούν
και να χωρούν το σχήμα των δαχτύλων σου.
Έρχομαι σε σένα
κάθε βράδυ,
ποίημα γυμνό και μόνο
γεμάτο ψίθυρους και αρχαία μυστικά.
Για να με διαβάσεις.

THE NAKED POEM

I come to you with my naked body
at first chubby and unshaped
with folds of skin on my arms and legs
then a teenager in the conch’s purple
without the pen’s interference
that would change the ignorance of writing
a woman’s purpose
with an incised
valley of loss
swollen by the moist certainty of childbirth
with contour words
that hide and attract
with gaps between the verses
that they may stay silent
and contain the shape of your fingers
I come to you
every night
a naked and lonely poem
filled with whispers and ancient secrets
that you may read me
.

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΙΟΣ

Ένα ποίημα με τριγυρίζει από χθες.
Μου φέρνει πονοκέφαλο και ζάλη.
Αποστρέφω το κεφάλι.
Με την άκρη του ματιού
το διακρίνω
πηχτό λεκέ
στην άκρη του γραφείου.
Δεν είναι προσωπικό, του λέω
δεν θέλω άλλα ποιήματα
ούτε ατμόπλοια με ρύζι φορτωμένα,
χόρτασα τα υπερπόντια ταξίδια
με βαπόρια υψηλών προδιαγραφών
μια σχεδία θέλω μόνο
σε πλαστική αυτοσχέδια πισίνα
σε μιαν αυλή σιδερικών,
ένα αναπαυτικό κορμί μια πάνινη καρέκλα
για να ξεκουραστώ.
Έτσι του είπα.
Κι αυτό με εκδικήθηκε.
Και γέμισε με σένα και από σένα.
Κι έγραψε τον εαυτό του.

THE POEM VIRUS

A poem has been swirling around me since yesterday
it gives me a headache and vertigo
I turn my head to the side
at the edge of my vision
I discern it
a thick stain
at the edge of my desk
This is not personal—I say to it
I don’t want any more poems
nor steamships loaded with rice
I am fed up with the oceanic voyages
on ships of high underwriter’s costs
a raft is all I want
in a plastic self contained pool
in a yard full of rusted metal
one restful body a chair made of cloth
that I rest
This I said to it
and it took its revenge on me
and it got filled by you and with you
and it wrote itself
.

ΣΤΟΝ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΜΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Θα σε περιμένω.
Σε έναν σταθμό που δεν υπάρχει ακόμα.
Στο κέντρο εκεί της ερημιάς.
Γύπες θα κυκλώνουνε τα τρένα
Φαλακρά μωρά θα κλαίνε γοερά.
Θα έρθεις.
Με ένα τρένο
που πια δεν λειτουργεί
χωρίς φρένα και μηχανοδηγό
κατρακυλάει στ’ αστέρια.
Όταν κατέβεις δεν θα μ’ αγκαλιάσεις.
Δεν θα μου πεις πως μ’ αγαπάς.
Μόνο θα σηκώσεις το χέρι
και τρυφερά θα στρώσεις το γιακά
απ’ το τριμμένο μου παλτό.

TO MY ONLY READER

I’ll wait for you
in a station not yet built
in that center of loneliness
where condors swirl around the trains
where bald babies wail loudly
You will come
with a train no longer in service
without brakes nor engineer
train that rolls among the stars
When you disembark you won’t hug me
you won’t tell me that you love me
you will only raise your hand
and tenderly you’ll rearrange the collar
of my worn out overcoat

Χλόη Κουτσουμπέλη
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη το 1962 και αποφοίτησε από την Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές: Σχέσεις Σιωπής, εκδόσεις Εγνατία, 1984, Η νύχτα είναι μια φάλαινα, εκδόσεις Βιβλιοπωλείου Λοξίας 1990, Η αναχώρηση της Λαίδης Κάπα, εκδόσεις Νέα Πορεία 2004, Η Λίμνη, ο Κήπος και η Απώλεια, εκδόσεις Νέα Πορεία 2006. η Αλεπού και ο Κόκκινος Χορός, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009
Έχει εκδώσει ένα μυθιστόρημα: Ψιθυριστά, εκδόσεις Παρατηρητής 2002 και ένα θεατρικό έργο: Ορφέας στο μπαρ, εκδόσεις Πάροδος, 2005. Ποιήματα και διηγήματα της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Ιώδιο, Ρεύματα, Παρατηρητής, Νέα Πορεία, Πάροδος, Πανδώρα, Παρέμβαση, Εντευκτήριο, Ένεκεν, Μανδραγόρας, Εμβόλιμο, στα ηλετρονικα περιοδικά poetica, poiein και e poema.
Toν Νοέμβριο του 2003 n Εταιρεία Νόσου Αlzheimer και συναφών διαταραχών εξέδωσε το παιδικό της αφήγημα «η αρρώστια που κάνει τους ανθρώπους να ξεχνούν» που απεικονίζει τον τρόπο που ένα οκτάχρονο κοριτσάκι αντιλαμβάνεται την αρρώστια της θείας του.
Επίσης το γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας το 2008 εξέδωσε ένα παραμύθι της με τίτλο:«Η χώρα του Με» που διακρίθηκε σε διαγωνισμό στον οποίο συμμετείχαν Έλληνες και Κύπριοι συγγραφείς παιδικών βιβλίων.
Ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα Γαλλικά, Ιταλικά και Αγγλικά και δραματοποιηθεί από ηθοποιούς του Κρατικού Θεάτρου Β. Ελλάδος στο πλαίσιο των Κυριακάτικων Λογοτεχνικών Πρωινών με επιμέλεια της κυρίας Ρούλας Αλαβέρα σε σκηνοθεσία Νίκου Ναουμίδη.
Εδώ και έξι χρόνια σε σχολεία και βιβλιοθήκες οργανώνει ένα εργαστήρι ανάπτυξης του δημιουργικού λόγου για παιδιά δημοτικού και Γυμνασίου, μέσα από το οποίο τα παιδιά ενθαρρύνονται να γράφουν τα δικά τους παραμύθια και τις δικές τους ιστορίες. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.
..

Advertisements
Comments
  1. Mary Grammatikaki says:

    Η Χλοη μας ειναι ενα πολυπλευρο διαμαντι του πνευνατος και της διανοησης κι η ευθυτητα των λογων της με ζυγιασμενο λυρισμο καιρια στη καρδια μας στοχευει!!
    ..μη με ρωτησετε να σας πω γιατι την λατρεψα κι απο κοντα οταν μ εκλεισε σε εκεινη τη στοργικη της αγκαλια!..δειτς μονο τα ματια της!..εκεινα θα σας πουν!

    Like

  2. Avramidou Ioanna says:

    Χλόη μου, καθημερινά με εκπλήσσεις, καθημερινά ανακαλύπτω ένα καινούριο στοιχείο σου και χαίρομαι πραγματικά. Είσαι πολυσχιδής και πολυτάλαντη και πάνω απ’όλα ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ, ευχαριστώ την τύχη που με έφερε ξανά στο δρόμο σου και είχα την ευκαιρία να σε γνωρίσω από κοντά. Συγχαρητήρια Χλόη μου και σε ανώτερα!!!!

    Like

  3. Θεωρώ ότι η Χλόη Κουτσουμπέλη είναι μια από τις καλύτερες ποιήτριες της γενειάς της.
    Η γραφή της ξεχωριστή, ευαίσθητη και γεμάτη ζωντανές εικόνες. Ο άνθρωπος Χλόη απλά Υπέροχη.

    Like

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s