Ritsos_front large

Moonlight Sonata

Let me come with you What a moon tonight!
The moon is good – it doesn’t show my
gray hair The moon will turn my hair golden again
You won’t see the difference
Let me come with you

When the moon is up the shadows in the house grow longer
invisible arms pull the curtains
an invisible finger writes forgotten words in the dust
on the piano – I don’t want to hear them Keep silent

Let me come with you
down the road to the brick factory’s wall fence
to the point where the road turns and the city
appears airy though made of cement whitewashed by moonlight
so indifferent and fleshless
so positive like beyond flesh
that after all you can believe you exist and don’t exist
that you have never existed that time and its ravaging never existed
Let me come with you

We shall sit on the ledge of the knoll for a while
and as the spring breeze blows on us
we may imagine we shall fly because
many times even now I hear my dress rustling
like the sound of two powerful wings flapping
and when you enclose yourself in this sound of flying
you feel firmness in your neck your ribs your flesh
and thus firmly put within the muscles of the blue wind
within the vigorous nerves of the height
it doesn’t matter whether you leave or return
and it doesn’t matter that your hair has turned gray
(this is not my sorrow – my sorrow
is that my heart hasn’t turned white)
Let me come with you

I know that everyone marches to love alone
alone to glory and to death
I know it I tried it It’s of no use
Let me come with you.


Αφησε με νάρθω μαζι σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλο το φεγγάρι,–δε θα φαίνεται
που ασπρίσαν τα μαλλια μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσα τα μαλλια μου. Δε θα καταλάβεις.
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Οταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μές το σπίτι
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες
ένα δάχτυλο αχνο γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια—δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Αφησε με νάρθω μαζι σου
λίγο πιο κάτου ώς τη μάντρα του τουβλάδικου
ως εκει που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετικη σαν μεταφυσικη
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτε δεν υπήρξες δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορα του
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι πάνω στο ύψωμα
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορει να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε
γιατι πολλές φορές και τώρα ακόμη ακούω το θόρυβο του φουστανιου μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστο το λαιμο σου τα πλευρα σου τη σάρκα σου
κ’ έτσι σφιγμένος μες τους μυώνες του γαλάζιου αγέρα
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους
δεν έχει σημασία αν φεύγεις η αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλια μου
(δεν είναι τούτο η λύπη μου—η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει η καρδια μου)
Αφησε με νάρθω μαζι σου

Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελει.
Αφησε με νάρθω μαζι σου.

~Yannis Ritsos-Selected Poems, translated by Manolis Aligizakis



  1. […] View this poem in original Greek . […]


Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s